Όταν ακούω τη στάση μου ο κόσμός αυτός εξαφανίζεται και συνήθως δεν επανέρχεται στο μυαλό μου, εκτός αν πρόκειται για κάτι το οποίο μου έχει κάνει πραγματική εντύπωση, όπως εχθές, το απόγευμα που επέστρεφα...
Πρόλαβα το τρένο την τελευταία στιγμή και δε μπήκα στο τελευταίο βαγόνι που μπαίνω συνήθως. Μπήκα σ’ εκείνο που ήταν μπροστά μου, στάθηκα στο κέντρο ψάχνοντας να βρω να κρατηθώ από κάπου, ξαφνικά αντίκρισα το πρόσωπο μου στο τζάμι κι ένιωσα αποστροφή, μιας και ήμουν αγέλαστη, κουρασμένη, μουτρωμένη και απόμακρη.
Στην επόμενη στάση, έπιασα γωνία για να μη με βλέπω και μέσα στο βαγόνι μπήκε ένας υπερκινητικός νεαρός, γύρω στα 25, Ολυμπιακός(φορούσε βραχιόλια και καπέλο της ομάδας του). Γύρισα και τον κοίταξα, όπως κοιτάμε κάποιον που μπαίνει στο τρένο... αδιάφορα. Όμως καθώς γυρνούσα το κεφάλι μου από την άλλη, τον άκουσα να μιλάει στο κινητό δυνατά, χαρούμενα, αυθόρμητα σα να ήταν στο δωμάτιο του! Δεν έλεγε καλά το «ρ» και ήταν αστείος, έβγαλα τα ακουστικά μου – που με είχαν κουράσει – και έστησα αυτί!!!
Άκουσα ότι μιλούσε με ένα κορίτσι. Ο τρόπος που της μίλαγε είχε πολύ πλάκα, γιατί έβριζε, έκανε κινήσεις με τα χέρια του, της έλεγε για το σπίτι του, το δωμάτιο του, μια κάρτα που του είχε πάρει εκείνη. Παρ’ ότι έδειχνε κάπως «μπουνταλάς» έβγαζε μια φοβερή τρυφερότητα και χαρά. Κάποια στιγμή κάτι της είπε κι εκείνη από την άλλη άκρη της γραμμής άρχισε να γελάει. Εκείνος, ενώ μιλούσε ασταμάτητα, διέκοψε απότομα, αφήνοντας την να γεμίσει τα αυτιά του και την καρδιά του με τα γέλια της. Φάνηκε στο πρόσωπο του. Σταμάτησε ό,τι της έλεγε πριν και της είπε: «Μου αρέσει πολύ να σε ακούω να γελάς», δεν ξέρω τι του απάντησε κι εκείνος συνέχισε με διαφορετικό τόνο στη φωνή σε σχέση με πριν... «Αυτό δεν είναι το ωραίο; Να μπορούμε να κάνουμε τον άλλο να γελάει; Να γελάμε μαζί και να ακούμε ο ένας τι λέει στον άλλο; Και τι έγινε που θέλησες να είμαστε μόνο φίλοι; Αφού σε κάνω να γελάς και περνάμε καλά οι δυο μας... ωραία δεν είναι; Εγώ κατέληξα ότι μπορώ να το αντέξω και να μου αρέσει...»
Στην επόμενη στάση κατέβηκε. Δεν έμαθα ποτέ τη συνέχεια της κουβέντας τους.
Τι άλλο της είπε, τι του απάντησε εκείνη...
Βγήκα από τη γωνία και κοιτάχτηκα στο τζάμι, το πρόσωπο μου είχε αλλάξει όψη. Συνειδητοποίησα ότι είχα σκάσει χαμόγελο... κι ότι είναι πραγματικά πολύ σημαντικό να υπάρχει κάποιος στη ζωή σου, που να μπορεί να σε κάνει να γελάς και να σε αγαπάει για αυτό που είσαι πραγματικά κι ας διαφέρει ο τρόπος της αγάπης του από τον δικό σου... γιατί τελικά αυτή η ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς γέλια δεν παλεύεται!
Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν... έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε... ήλιος να με δει
Ήρθες και στο δρόμο μου, φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε, κόκκινος χαρταετός
Σ' έχω ανάγκη σαν παιδί, μη μ' αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου, στη σιωπή, κρύα θάλασσα, έρημο νησί
Άψυχα κορμιά στα χέρια μου, άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα... τίποτα δε μου φτάνει πια
Έλα ας περπατήσουμε, μακριά απ' το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε, έχουμε όλο τον καιρό
Σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...