24 Δεκ 2009

Χριστούγεννα = Αγάπη και Μαγεία

Αυτά τα Χριστούγεννα φέτος… δεν ξέρω πως ακριβώς να νιώσω, να αισθανθώ…οι φίλοι μου με κοιτάνε παράξενα, οι άσχετοι με θεωρούν απόμακρη και η μάμα μου λέει πως ζω στον κόσμο μου κι απ’ ότι φαίνεται η μανούλα, γι’ άλλη μια φορά, κερδίζει με διαφορά!!!

Ε ναι λοιπόν, φέτος αποφάσισα να είμαι στον κόσμο μου, μέσα κι έξω μου, θαρρείς και πασαλείφτηκα με ένα υλικό που δεν μπορεί να το διαπεράσει τίποτα… λες κι έγινα άλλη.

Γύρω μου επικρατεί ένας πανικός στα μαγαζιά, στο σπίτι, στη δουλειά, στις ειδήσεις, στα πάντα κι εγώ απέχω απ’ όλους κι απ’ όλα. Δε με νοιάζει που δεν θα βγω για ψώνια, γιατί πολύ απλά δεν θέλω να βγω για ψώνια. Μόνο η σκέψη του να μπλεχτώ ανάμεσα στα πλήθη στο Mall ή αλλού μου φέρνει λιποθυμία, με αδειάζει! Έτσι απέχω φέτος συνειδητά απ’ όλα αυτά.

Προτίμησα το δώρο μου να το κάνω ταξίδι και να φύγω μήπως βρω χιόνια, μήπως εντοπίσω τελικά κάπου στην εξοχή το... Christmas spirit.

Ανέβηκα στην ταράτσα και θα ξανανέβω για να δω τα αστέρια, να κάνω τις ευχές μου και να ψάξω να βρω τη μαγεία.

Δεν ξέρω αν υπάρχει, δεν ξέρω αν θα έρθει σε μένα, πάντως εγώ όπου κι αν βρεθώ αυτά τα Χριστούγεννα θα την αναζητώ διαρκώς κι αδιαλείπτως σε ταράτσες, πλατείες και εξοχές!!!

Σε τελική ανάλυση τι είναι τα Χριστούγεννα; Ε; Η γιορτή της αγάπης είναι κι εγώ θέλω να προσπαθήσω να αγαπήσω τους πάντες και τα πάντα!

Καλά Χριστούγεννα λοιπόν γεμάτα αγάπη και μαγεία…

11 Δεκ 2009

Αγαπημένο μου Ημερολόγιο...

Προχθές αξιώθηκα να πάω να δω την καινούρια ταινία του Woody Allen, με το φοβερό τίτλο «Κι αν σου κάτσει;».
Μια ταινία για την οποία δεν θα μιλήσω, γιατί τώρα δεν είναι αυτό το θέμα μου κι εδώ που τα λέμε δεν είμαι και η αρμόδια για να το κάνω!
Φεύγοντας λοιπόν από το σινεμά, δεν είχα συνειδητοποιήσει απόλυτα αν η ταινία που είδα μου άρεσε πολύ ή λίγο. Tο μόνο που είχα σίγουρο ήταν ότι πέρασαν περίπου 90 λεπτάκια ευχάριστα και χωρίς πολλές βαρύγδουπες σκέψεις... αλλά μάλλον έκανα λάθος!
Επέστρεψα σπίτι, έβαλα τα μπιτζαμάκια μου, διάβασα λίγο από το βιβλίο μου και σε κάποια φάση θεώρησα ότι ήταν η ώρα να κοιμηθώ... νόμιζα ότι νύσταξα, η ανόητη!
Έσβησα τα φώτα και μπήκα σε διαδικασία ύπνου...
έλα όμως που ο άτιμος την είχε κάνει γι’ αλλού κι αντί για αυτόν, μου ήρθαν επίσκεψη οι... σκέψεις, πολλές σκέψεις... ποτάμια, βουνά, συννεφάκια, ότι θες!
Ξαφνικά η φράση του έργου «όλα έχουν ένα τέλος... έναν θάνατο» προφανώς με είχε κάνει άνω κάτω και σα να μην έφτανε αυτό, θυμήθηκα ακριβώς εκείνη τη στιγμή και μια φράση από ένα άρθρο που διάβαζα το πρωί της ίδιας μέρας σ’ ένα περιοδικό...
«ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και ότι και να κάνεις δε μπορείς να τον αποφύγεις, όμως η ζωή σου είναι δική σου και μπορείς να τη ζήσεις όπως θέλεις»
.
Αυτό ήταν, που να με πάρει ο ύπνος... ξαφνικά είχα γίνει χάλια.
Το Εγώ μου, η Ζωή μου και το Τέλος μου γίναμε ένα κουβάρι τα τρία μας, ίσως για πρώτη φορά...
κι άντε να σηκώσεις το ανάστημα σου και να βρεις άκρη
κι άντε να μετρήσεις το Εγώ, τη Ζωή και το Τέλος και να τα βάλεις σε σειρά...
ποια σειρά;;;
Και ειδικά όταν είναι νύχτα, έξω βρέχει καταρρακτωδώς(άνευ σημασίας η λεπτομέρεια) και δεν μπορείς να σηκώσεις το ρημάδι το τηλέφωνο να πάρεις κάποιον και να του πεις
«ρε φίλε έχω φάει φρίκη με το Εγώ, τη Ζωή και το Τέλος και κατ’ επέκταση με όλους και με όλα, ακόμα και με σένα»
.
Έξω συνέχισε να βρέχει – το είπα και πριν το ξέρω – κι εγώ έγινα ένα ράκος η καημενούλα, όχι γιατί φοβήθηκα το Τέλος ή το Εγώ, αλλά γιατί ρε γαμώτο τρέμω τη ζωή και δε βρίσκω τρόπο να αντιμετωπίσω αυτόν τον φόβο και κατ’ επέκταση χιλιάδες άλλους και πάνω απ’ όλα εμένα...
Περιττό να σου πω ότι ξαγρύπνησα κι ότι με ευκολία ξύπνησα το πρωί, έχοντας ακόμη τις ίδιες σκέψεις, σα να μην είχε περάσει στιγμή, μάλλον είχαν γίνει όνειρα... Κι εδώ που τα λέμε, εντελώς μεταξύ μας, για να έχω μπει στη διαδικασία να γράφω αυτές εδώ τις γραμμές, προφανώς οι «επισκέπτριες» δε λένε να την κάνουν!

13 Νοε 2009

Άσφαλτος

Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη.

Από όπου πέρασα έμεινα ξένη.

Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη…

μα εσύ θυμάμαι φορούσες φτερά.

Ναι αλλά πότε;

Στα όνειρά μου μάλλον,

στα όνειρά μου, ναι.

Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά .

Οπτικές ίνες,

διαδικτυακές σιωπές μας ένωναν και μας χώριζαν.

Συνήθισα την απουσία.

Συνήθισα το ψυχρό γαλάζιο σου φως.

Έπειτα άρχισα να σου μοιάζω…

κατέστρεφα τον εαυτό μου για σένα.

Μετά…

τον κατέστρεφα μόνο για μένα.

Ώσπου μια μέρα άνοιξες την πόρτα και μπήκες.

Χωρίς φτερά,

χωρίς αποσκευές…

χωρίς αγάπη

μ’ ένα τεράστιο παγωμένο φεγγάρι

στο δεξί σου ώμο.

Το 'ξερα.

έτσι ξαφνικά θα ερχόσουν από δρόμους αχάρακτους ακόμα…

αχάρακτους ακόμα.

Ήρθες

κι έμεινες ξένος.

Ξένος.

Ακατανόητα λόγια, παρεξηγημένες σιωπές, κοφτές ανάσες

ήρθαν και πάγωσαν,

γίναν χαλίκια, κύλισαν κάτω.

Ο έρωτας μου, μαύρη λιωμένη πίσσα,

κύλησε πάνω τους…

τα σκέπασε.

Ανάμεσά μας άσφαλτος

πού ολοένα μακραίνει

από τότε.

Άσφαλτος που γυαλίζει και σκίζει τη ζωή μου στα δύο.

Σου την έχω στημένη.

Αν διαλέξεις το δρόμο αυτό,

ούτε εκεί

ούτε εδώ θα με βρεις.

Θα σαι πάντα ανάμεσα,

κι εγώ…

πάντοτε ξένη.



Λόγια – Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου
Μουσική: Μιχάλης Δέλτα